ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

7 Απριλίου 2020

Δυνάμει της υπ’ αριθ. 18152 Υπουργικής Απόφασης η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (με αριθμό ΦΕΚ Β 857/14-3-2020), απαγορεύτηκε προσωρινά η λειτουργία στο σύνολο της Επικράτειας, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, για το χρονικό διάστημα από 15.3.2020 έως και 30.4.2020, των κύριων και μη κύριων τουριστικών καταλυμάτων εποχικής λειτουργίας. Προφανώς, δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να γνωρίζουμε εάν η διάρκεια του μέτρου θα παραταθεί, καθώς αυτό εξαρτάται από το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση με την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19. Αδιαμφισβήτητα, η παρούσα κατάσταση δεν έχει προηγούμενο και αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας.

Ενόψει αυτού, για τις υφιστάμενες συμβάσεις μεταξύ των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και των τουριστικών πρακτορείων, οι οποίες αφορούν στην τουριστική σεζόν 2020, ισχύουν τα εξής:

  1. Αν εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, τότε η ξενοδοχειακή επιχείρηση δεν φέρει ευθύνη για την μη παροχή των συμφωνηθεισών υπηρεσιών (εκμίσθωση δωματίων, παροχή φαγητού και λοιπές υπηρεσίες), το δε τουριστικό πρακτορείο απαλλάσσεται από την υποχρέωση πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και, αν το έχει καταβάλει, μπορεί να το αναζητήσει δικαστικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είθισται οι συμβάσεις να περιλαμβάνουν ειδικό όρο που προβλέπει (και) δικαίωμα καταγγελίας, λόγω ανωτέρας βίας, σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος ή μόνο από την πλευρά του τουριστικού πρακτορείου, αν το γεγονός ανωτέρας βίας διαρκεί πάνω από ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. 30 ημέρες), με τήρηση προθεσμίας προειδοποίησης ή και χωρίς προθεσμία. Ακόμα όμως και δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στη σύμβαση, το δικαίωμα καταγγελίας μπορεί να ασκηθεί από κάθε συμβαλλόμενο μέρος με επίκληση σπουδαίου λόγου, ο οποίος δικαιολογεί την καταγγελία κατά πάντα χρόνο σε όλες τις διαρκείς συμβάσεις, με την επιφύλαξη βέβαια της μη καταχρηστικής άσκησής του, π.χ. σε περίπτωση που το χρονικό διάστημα της ανυπαίτιας μη λειτουργίας του ξενοδοχείου, σε σχέση και με τη χρονική διάρκεια της σύμβασης, είναι μικρό.
  2. Αν εφαρμοστέο είναι αλλοδαπό δίκαιο, που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση, όταν το τουριστικό πρακτορείο είναι αλλοδαπή επιχείρηση, τότε θα πρέπει να ελεγχθεί αφενός τι προβλέπει το εκάστοτε δίκαιο για την περίπτωση της ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της ξενοδοχειακής επιχείρησης και αφετέρου να εξεταστούν οι επιμέρους όροι του συμβατικού κειμένου για τα παρεχόμενα στους συμβαλλόμενους δικαιώματα. Κατά κανόνα, όμως, δεν θα υπάρχει ευθύνη του ξενοδοχείου για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων.
  3. Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμο είναι το ακριβές κείμενο της σύμβασης που έχει υπογραφεί με το τουριστικό πρακτορείο και ιδίως οι όροι πληρωμής, και τυχόν προκαταβολές που έχει καταβάλει το ξενοδοχείο. Εν τέλει, η επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή της ανωτέρω υπουργικής απόφασης εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης και θα πρέπει να αναζητείται η γνώμη ενός ειδικευμένου και αξιόπιστου νομικού συμβούλου.